λεβίας

λεβίας, ὁ (Α)
είδος ψαριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. εμφανίζει επίθημα -ίας* (πρβλ. ξιφ-ίας) και, κατά μία άποψη, συνδέεται με το αιγυπτ. ἀλάβης, είδος ψαριού].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λεβίας — λεβίᾱς , λεβίας fish masc acc pl λεβίᾱς , λεβίας fish masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεβίαι — λεβίας fish masc nom/voc pl λεβίᾱͅ , λεβίας fish masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεβίην — λεβίας fish masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεβίαν — λεβίᾱν , λεβίας fish masc acc sg (attic epic doric aeolic) λεβίας fish masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Kleinkreuz-Prunkläufer — auf Finger Systematik Klasse: Insekten (Insecta) Ordnung …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.